Ημιχειμερινή ανάβαση στο Βίσογκραντ του Πίνοβου

Μια χειμερινή ανάβαση στην κορυφή Βίσογκραντ του Πίνοβου στην καρδιά της άνοιξης, με αφετηρία το Αετοχώρι του νομού Πέλλας.

Ξημέρωσε στο Αετοχώρι με ουρανό γκρίζο και τον αέρα να μυρίζει υγρασία και χώμα.

Το Αετοχώρι Πέλλας

Το χωριό αναστέναζε νωχελικά και οι δρόμοι ήταν έρημοι όταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας φόρτωσαν τα σακίδια τους και πήραν τον ανηφορικό δρόμο.

Η άνοιξη μόλις είχε ριζώσει χαμηλά στον κάμπο της Αλμωπίας και οι δύο φίλοι ξεκίνησαν με την αίσθηση μιας μέρας που θα τους χάριζε μια αέρινη ανάβαση στην επιβλητική κορυφή του Βίσογκραντ, εκεί που το Πίνοβο ακουμπάει τον ουρανό.

Αφετηρία της ανάβασης από το Αετοχώρι Πέλλας

Τα σακίδια τους ελαφρά, ο εξοπλισμός λιτός — αρκετός, πίστευαν, για μια ανοιξιάτικη εξόρμηση.

Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσαν να φανταστούν πως λίγες ώρες αργότερα θα βρεθούν μπροστά σε ένα τοπίο καθαρά χειμωνιάτικο, σκληρό και απαιτητικό.

Δύο σκυλιά του χωριού, λευκά σαν χιόνι, πετάχτηκαν από το πουθενά. Στην αρχή τα κοίταξαν με απορία, μα γρήγορα κατάλαβαν πως θα ήταν οι σιωπηλοί σύντροφοί τους.

«Κοίτα τα… λες και ξέρουν τον δρόμο καλύτερα από μας», είπε ο Κωστίκας, γελώντας.

«Μπορεί και να τον ξέρουν», απάντησε ο Γιωρίκας, χαμογελώντας με τη σιγουριά αυτού που έχει δει τα πάντα στα βουνά.

Οι δύο τετράποδοι οδηγοί

Ο Κωστίκας, με τον ενθουσιασμό ζωγραφισμένο στο βλέμμα, ένιωθε πως η μέρα θα ήταν περισσότερο μια βόλτα στο δάσος παρά δοκιμασία. Ο Γιωρίκας, ωστόσο, ήξερε πως τα βουνά ποτέ δεν χαρίζουν απλές διαδρομές.

Η πρώτη ώρα κύλησε γρήγορα, σαν τα νερά που κατέβαιναν ορμητικά την πλαγιά ανάμεσα στα δέντρα. 

Το μονοπάτι ανηφόριζε με ήπιο ρυθμό και οι φίλοι είχαν ακόμη όρεξη για κουβέντα.

Μιλούσαν για τις παλιές τους αναβάσεις, για όνειρα εξορμήσεων σε πιο μακρινά βουνά, για τη χαρά που ένιωθαν απλώς και μόνο επειδή ήταν έξω, στον καθαρό βουνίσιο αέρα.

Λίγο ψηλότερα μπήκαν στο υπέροχο δάσος οξιάς, σήμα κατατεθέν του Πίνοβου. Οι κορμοί των οξιών έμοιαζαν με τεράστιες κολόνες ναού, ενώ τα πρώτα τρυφερά φύλλα, ακόμα ντροπαλά, στόλιζαν τα κλαδιά και η μυρωδιά της υγρασίας έφερνε μαζί της μια αίσθηση αναγέννησης.


Από παντού, ρυάκια κατέβαιναν ορμητικά, φέρνοντας μαζί τους τον απόηχο του λιωμένου χιονιού.


Ήταν ένας κόσμος που ξυπνούσε από τον χειμέριο ύπνο του, παραμυθένιος, σχεδόν ονειρικός.

Ο ρυθμός της πορείας ήταν ήπιος, τα βήματα σταθερά και οι ανάσες αργές. Τα δύο λευκά σκυλιά του χωριού, με την αδάμαστη ενέργειά τους, έδιναν τον τόνο, τρέχοντας μπροστά κι επιστρέφοντας κάθε τόσο σαν να έλεγαν:  «Ακολουθήστε μας, ξέρουμε τον δρόμο».


Όσο ανέβαιναν, το χρώμα του δάσους σκοτείνιαζε, ενώ το έδαφος άρχισε να σκληραίνει.

Οι πρώτες ανάσες της άνοιξης στα χαμηλά του βουνού

Στα 1.500 μέτρα υψόμετρο, αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια τους η μεγαλειώδης Κοιλάδα των Βράχων. Και ω τη έκπληξη. Οι πρώτες λευκές κηλίδες χιονιού έκαναν την εμφάνισή τους.

Ανηφορίζοντας προς την Κοιλάδα των Βράχων
 
Ο επιβλητικός Μαύρος Βράχος

Τα γέλια και ο ενθουσιασμός εξαφανίστηκαν, η ανάσα έγινε πιο βαριά και μια αδιόρατη αμφιβολία άρχισε να τριβελίζει το μυαλό του Γιωρίκα.

Η κορυφογραμμή της Κορφούλας (2.156 μ.), της ψηλότερης κορυφής του Πίνοβου

Όσο έπαιρναν υψόμετρο, το χιόνι στην πλαγιά πύκνωνε. Στην αρχή σούπα, αλλά αργότερα πιο σκληρό, ευτυχώς όμως τόσο όσο.

«Δεν το περίμενα έτσι…», ψιθύρισε ο Κωστίκας. Έβγαλε τα γάντια του για να σκουπίσει τον ιδρώτα στο μέτωπό του, μα γρήγορα τα ξαναφόρεσε. Η παγωνιά τον τρύπησε σαν βελόνα.

Η εντυπωσιακή Κοιλάδα των Βράχων

«Έτσι είναι τα ψηλά βουνά την άνοιξη», του απάντησε ο Γιωρίκας. «Μπορεί να ξεκινάς με ήλιο και ανθισμένα λουλούδια και πιο πάνω να βρίσκεσαι ξαφνικά στην καρδιά του χειμώνα».

 

Σύντομα βρέθηκαν μπροστά στο πρώτο μεγάλο πρόβλημα του χειμερινού Πίνοβου. Η περιβόητη τραβέρσα του Βίσογκραντ, που λόγω προσανατολισμού και κλίσης είναι επιρρεπής στις χιονοστιβάδες.


Όμως, είναι μέσα Απρίλη και πλέον ότι ήταν να πέσει, είχε πέσει. Άλλωστε τα σημάδια τους είναι διάσπαρτα τριγύρω.

Ίχνη χιονοστιβάδων στην τραβέρσα του Βίσογκραντ

Ο καιρός έχει κλείσει για τα καλά και οι δύο φίλοι συνεχίζουν την παράτολμη πορεία τους προς τον μικρό αυχένα μεταξύ Βίσογκραντ και Μαύρου Βράχου.

Στο βάθος ο μικρός αυχένας του Βίσογκραντ

Μια απότομη στροφή του μονοπατιού θα τους φέρει αντιμέτωπους με την απότομη χιονισμένη πλαγιά του Βίσογκραντ, το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα του χειμερινού Πίνοβου.

Στο βάθος ο ορεινός όγκος της Τζένας

Μια πλαγιά σκληρή, αδυσώπητη, με κλίσεις που κόβουν την ανάσα. Αλλά, κόντρα στην λογική ξεκίνησαν την ανάβασή της. 

Ο Γιωρίκας βάδιζε μπροστά με σίγουρα πατήματα, ανοίγοντας βήματα στο μαλακό χιόνι.

Πίσω του, σε μικρή απόσταση, ο Κωστίκας, που μη έχοντας μεγάλη εμπειρία σε χειμερινές αναβάσεις, ένιωσε το βάρος της αβεβαιότητας να τον κυριεύει.

Ανηφορίζοντας στην απότομη πλαγιά του Βίσογκραντ

Τα παπούτσια του δεν κρατούσαν γερά στο χιόνι. Κάθε τόσο γλιστρούσε και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στο στήθος.

Ο Γιωρίκας τον πρόσεχε. «Χτύπα με τη μύτη να κάνεις σκαλοπάτι», του φώναζε, με τόνο που δεν άφηνε περιθώρια για πανικό.

Η πλαγιά έμοιαζε ατέλειωτη, αυστηρά ανηφορική, με κορνίζες χιονιού να κρέμονται απειλητικά πάνω στην κορυφογραμμή.

«Εκεί πάνω θα πάμε;» ρώτησε με δυσπιστία ο Κωστίκας, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης στάσης για μερικές ανάσες.

«Εκεί», απάντησε ο Γιωρίκας. «Μη φοβάσαι τις κορνίζες. Κοίτα πού πατάω και κάνε το ίδιο. Κι αν φοβηθείς, σταμάτα. Δεν είναι αγώνας δρόμου».


Η επόμενη ώρα ήταν μια δοκιμασία της αδάμαστης θέλησης. Η έξοδος προς την κορυφογραμμή του Βίσογκραντ έμοιαζε άλυτος γρίφος.

Ο Γιωρίκας με πείσμα έσκαβε τις κορνίζες για ν’ ανοίξει τον δρόμο προς την κορυφή.

Ο Κωστίκας ένιωθε τα πόδια του να βαραίνουν, κάθε βήμα να είναι μια μάχη με τον εαυτό του.

Κάποια στιγμή γλίστρησε. Σφίχτηκε, κοίταξε την απότομη πλαγιά που ανοιγόταν κάτω από τα πόδια του.

Η ανάσα του κόπηκε. «Γιωρίκα, δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο φώναξε με πνιχτή φωνή».

Ο Γιωρίκας τον πλησίασε. Είδε τον φόβο και την αμφιβολία να καθρεφτίζονται στο βλέμμα του και με λίγα λόγια, ήρεμα, τον εμψύχωσε.

«Ηρέμησε. Κράτα το βάρος μπροστά. Δεν σε αφήνει το βουνό, εσύ πρέπει να το αφήσεις να σε κρατήσει».

Δεν ήταν μόνο οδηγός. Ήταν ο σιωπηλός φάρος που τον κράτησε όρθιο σε εκείνη τη δύσκολη ανάβαση.

Κι όμως, ανέβηκαν. Ο Γιωρίκας κατάφερε ν’ ανοίξει το μονοπάτι και ο Κωστίκας, παρά την κούραση, βρήκε δύναμη και κουράγιο εκεί που δεν περίμενε.

Στην έξοδο της κορυφογραμμής, τους υποδέχθηκαν τα δύο σκυλιά με ένα σαρκαστικό βλέμμα.

«Από πού ανέβηκαν τα άτιμα;», αναφώνησε ο Γιωρίκας.


Ξαφνικά, τα σύννεφα υποχώρησαν αργά, σαν αυλαία που τραβιέται για να φανεί η σκηνή, αποκαλύπτοντας τις γύρω κορυφές, λευκές, περήφανες, σχεδόν άπιαστες.

Εκεί, στην κορυφή του Βίσογκραντ, στα 2.151 μέτρα υψόμετρο, η κούραση μεταμορφώθηκε σε σιωπή και η σιωπή σε δέος.

Κορυφή Βίσογκραντ (2.151 μ.)

Ήταν μια στιγμή σπάνιας ανταμοιβής. Το βουνό, σκληρό και αυστηρό, τους χάρισε λίγα λεπτά καθαρής ομορφιάς.

Τα ψηλώματα του Πίνοβου. Στο βάθος η Κορφούλα (2.156 μ.).

Ο Κωστίκας, λαχανιασμένος, κοίταξε γύρω του και χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη του χειμερινή κορυφή και η γεύση της ήταν πιο δυνατή απ’ ό,τι είχε φανταστεί.

Η εντυπωσιακή κορυφή της Μικρής Τζένας

Ο Γιωρίκας δεν είπε τίποτα. Μόνο χαμογέλασε κι ακούμπησε τον ώμο του. Τα σκυλιά κάθισαν λίγο πιο πέρα, ήσυχα, σαν να συμμετείχαν στη στιγμή.

Η κατάβαση έγινε από άλλο μονοπάτι, πιο ήπιο, λιγότερο εκτεθειμένο. Τα βήματα, αν και κουρασμένα, είχαν ελαφρύνει.

 

Η ένταση που τους κρατούσε δεμένους στην απότομη πλαγιά του Βίσογκραντ έλιωνε και στη θέση της αναδυόταν μια γλυκιά αίσθηση πληρότητας.

Τα δύσκολα έμειναν πίσω

Ο Κωστίκας ένιωθε μια νέα αυτοπεποίθηση να τον πλημμυρίζει. Το βουνό, σκληρό και απρόβλεπτο, τού είχε χαρίσει όχι μόνο μια κορυφή, αλλά και μια αποκάλυψη: ότι μέσα στις δυσκολίες μπορούσε να σταθεί όρθιος.


«Δεν πίστευα πως θα τα κατάφερνα. Κι όμως… τώρα νιώθω σαν να μπορώ να ανέβω άλλα δέκα βουνά», είπε.


«Έτσι είναι», απάντησε ο Γιωρίκας. «Το βουνό δεν σε νικά. Σε διδάσκει».

Στην επιστροφή, το δάσος τούς υποδέχτηκε ξανά, αυτή τη φορά πιο ζωντανό, σαν να είχε αφουγκραστεί τον αγώνα τους.

Το Πίνοβο τούς είχε δείξει τον χειμώνα στην καρδιά της άνοιξης. Μα η μνήμη του αγώνα, η κορυφή που κερδήθηκε με ιδρώτα και φόβο, θα έμενε μέσα τους σαν φωτεινό σημάδι.

Τελευταίες ματιές στην κορυφογραμμή της Κορφούλας
 


Αφήνοντας πίσω τους το σιωπηλό Αετοχώρι, οι δύο φίλοι πήραν μαζί τους κάτι πολύ περισσότερο από μια χειμερινή ανάβαση. Πήραν την εμπειρία του βουνού ως δώρο και μνήμη ανεξίτηλη.

Powered by Wikiloc

Popular posts from this blog

Ορεινά Χωριά της Ελλάδας

Αντί προλόγου

Η βιογραφία του Sir Edmund Hillary (1919-2008)